Στο υπό ψήφιση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Μεταφορών με τίτλο “Η Ελλάδα σε κίνηση: Βιώσιμη Αστική Κινητικότητα – Μικροκινητικότητα – Ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό, την απλούστευση και την ψηφιοποίηση διαδικασιών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών”  και στο άρθρο 53 υπάρχει διάταξη που προβλέπει υπό προϋποθέσεις την απόκτηση των κατηγοριών ΑΜ και Α1, χωρίς θεωρητικές και πρακτικές εξετάσεις για τους κατόχους άδειας οδήγησης Β κατηγορίας.

Συγκεκριμένη στις παραγράφους 2η και 2θ του άρθρου 53 αναφέρεται:

η . Η κατηγορία Β ισχύει και για την οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας ΑΜ υπό τις εξής
προϋποθέσεις :
ί.    κατοχής της κατηγορίας Β πάνω από έξι (6) έτη, και
ί ί . συμπλήρωσης της ηλικίας των είκοσι επτά (27) ετών .

θ . Η κατηγορία Β με τον εθνικό κωδικό αριθμό «121», ισχύει και για την οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας Al, μόνο εντός της ελληνικής επικράτειας, υπό τις εξής προϋποθέσεις:
ί .  κατοχής της κατηγορίας Β πάνω από έξι (6) έτη,
ii.  συμπλήρωσης της ηλικίας των είκοσι επτά (27) ετών,
ίίί. υποχρεωτικής πρακτικής εκπαίδευσης, διάρκειας τουλάχιστον τριών (3) μαθημάτων.

Η απόκτηση της κατηγορίας ΑΜ γίνεται με συνοπτικές διαδικασίες, απλά και μόνο επειδή κατέχει κάποιος δίπλωμα οδήγησης έξι (6) έτη και έχει ηλικία είκοσι επτά έτη (27) ενώ η απόκτηση κατηγορίας Α1 θα πρέπει επιπλέον να πραγματοποιηθούν και τρία (3) πρακτικά μαθήματα.

Με την παραπάνω διάταξη υποβαθμίζετε η πρακτική εκπαίδευση των δικύκλων που έχει και τον μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας από όλες τις άλλες κατηγορίες αδειών οδήγησης.

Η οδήγηση μοτοσικλέτας ή σκούτερ προσφέρει ελευθερία και ευελιξία σε πολλά άτομα. Είναι διασκεδαστική και μπορεί να προσφέρει συγκινήσεις. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο μοτοσικλετιστής είναι ευάλωτος και ακόμα και αν δεν ευθύνεται ο ίδιος, όπως συμβαίνει στην πλειοψηφία των ατυχημάτων, χωρίς τα οφέλη του πλήθους των μέτρων παθητικής ασφάλειας που έχουν στη διάθεσή τους οι οδηγοί αυτοκινήτων, έχουν περισσότερες πιθανότητες να τραυματιστούν.

Μια μοτοσικλέτα ή ένα σκούτερ συμπεριφέρεται και ελέγχεται διαφορετικά από οποιοδήποτε άλλο μηχανοκίνητο όχημα.
Αυτό συμβαίνει πρωτίστως επειδή όταν κινείται στους δύο τροχούς της λειτουργεί ως γυροσκόπιο και όσο ταχύτερα κινείται τόσο ισχυρότερο είναι το φαινόμενο του γυροσκοπίου.
Η αλλαγή της κατεύθυνσης του γυροσκοπίου επιτυγχάνεται με την άσκηση δύναμης προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή στην οποία θέλουμε να πάμε.

Αυτό σημαίνει πως όταν μια μοτοσικλέτα κινείται με 20 ή περισσότερα χιλιόμετρα/ώρα, για να την κάνουμε να στρίψει προς τα αριστερά, πρέπει να ασκηθεί πίεση μετατόπισης στην αριστερή πλευρά του τιμονιού. Αντίθετα απ’ ό,τι αναμένεται και, πράγματι, αυτό που θα συμβεί σε μικρότερες ταχύτητες είναι ότι η μηχανή δεν αλλάζει κατεύθυνση προς τα δεξιά αλλά προς τα αριστερά, την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή της ασκούμενης δύναμης.

Αυτό είναι γνωστό ως γυροσκοπικό φαινόμενο και θα γίνει αντιληπτό και θα χρησιμοποιηθεί από το μελλοντικό μοτοσικλετιστή καθώς μαθαίνει να ελέγχει και να χρησιμοποιεί τη μηχανή.